le soudeur
sou
su
σου
deur
dœʁ
ντœρ
souder

Ορισμός και σημασία του "soudeur"στα γαλλικά

01

συγκολλητής, τεχνικός συγκόλλησης

professionnel qui assemble des pièces métalliques en les chauffant ou en les fusionnant à l'aide de techniques de soudage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soudeurs
αρσενικό ενικό
soudeur
θηλυκό ενικό
soudeuse
neutral form
professionnel du soudage
Παραδείγματα
Le soudeur a réparé la structure métallique du pont. 

Ο συγκολλητής επισκεύασε τη μεταλλική κατασκευή της γέφυρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store