Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sortie de secours
[gender: feminine]
01
έξοδος κινδύνου, έξοδος ασφαλείας
issue prévue pour permettre l'évacuation rapide et sûre des personnes en cas d'urgence, comme un incendie ou un accident
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sorties de secours
Παραδείγματα
La sortie de secours conduit directement à l' extérieur du bâtiment.
Η έξοδος κινδύνου οδηγεί απευθείας έξω από το κτίριο.



























