Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La solitude
01
μοναξιά, απομόνωση
état d'être seul, sans la présence d'autres personnes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
solitudes
Παραδείγματα
La solitude n' est pas toujours synonyme de tristesse.
Η μοναξιά δεν είναι πάντα συνώνυμο της θλίψης.



























