la solitude
so
saw
li
li
li
tude
tyd
tyd

Ορισμός και σημασία του "solitude"στα γαλλικά

01

μοναξιά, απομόνωση

état d'être seul, sans la présence d'autres personnes 
la solitude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
solitudes
Παραδείγματα
La solitude peut être agréable parfois. 

Η μοναξιά μπορεί μερικές φορές να είναι ευχάριστη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store