le solde
solde
sɔld
sawld
soudesolidesonde

Ορισμός και σημασία του "solde"στα γαλλικά

01

υπόλοιπο, υπόλοιπο λογαριασμού

montant d'argent disponible dans un compte bancaire 
le solde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soldes
Παραδείγματα
Le solde de mon compte est insuffisant. 

Το υπόλοιπο του λογαριασμού μου είναι ανεπαρκές.

02

εκπτώσεις, προσφορά

période où les produits sont vendus à prix réduit 
le solde definition and meaning
Παραδείγματα
Les soldes commencent en janvier chaque année. 

Οι εκπτώσεις ξεκινούν τον Ιανουάριο κάθε χρόνο.

03

μισθός, αμοιβή

argent versé régulièrement à un militaire ou employé en échange de son travail 
la solde definition and meaning
Παραδείγματα
La solde des soldats est versée chaque mois. 

Ο μισθός των στρατιωτών καταβάλλεται κάθε μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store