le socle
socle
sɔkl
σοκλ

Ορισμός και σημασία του "socle"στα γαλλικά

01

βάση, βάθρο

support ou base solide qui soutient un objet architectural ou décoratif 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
socles
Παραδείγματα
La statue est posée sur un socle en pierre. 

Το άγαλμα είναι τοποθετημένο σε ένα socle από πέτρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store