simplifier
Pronunciation
/sɛ̃plifjˈe/

Ορισμός και σημασία του "simplifier"στα γαλλικά

simplifier
01

απλοποιώ

rendre plus facile ou moins complexe
simplifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
simplifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
simplifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
simplifierai
ενεστώτα μετοχή
simplifiant
παθητική μετοχή
simplifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
simplifiions
Παραδείγματα
Ce résumé simplifie les idées complexes.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store