Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
simplifier
01
απλοποιώ
rendre plus facile ou moins complexe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
simplifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
simplifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
simplifierai
ενεστώτα μετοχή
simplifiant
παθητική μετοχή
simplifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
simplifiions
Παραδείγματα
Ce résumé simplifie les idées complexes.



























