Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le silence
01
absence de bruit, de parole ou de son
γραμματικές πληροφορίες
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le silence de la nuit était apaisant.
02
سکوت (موسیقی)
Παραδείγματα
Le compositeur utilise un silence pour créer de la tension.
silence
01
ساکت!
Παραδείγματα
silence !
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
silence
sil



























