le short
short
ʃɔʁ
shawr
shootsport

Ορισμός και σημασία του "short"στα γαλλικά

01

σορτς, κοντό παντελόνι

vêtement court que l'on porte aux jambes, surtout par temps chaud ou pour le sport 
le short definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
shorts
Παραδείγματα
Il porte un short quand il fait chaud. 

Φοράει σορτς όταν κάνει ζέστη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store