Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serviable
01
εξυπηρετικός, πρόθυμος να βοηθήσει
prêt à aider ou à rendre service aux autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus serviable
συγκριτικός βαθμός
plus serviable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
serviable
αρσενικό πληθυντικό
serviables
θηλυκό ενικό
serviable
θηλυκό πληθυντικό
serviables
Παραδείγματα
Elle est toujours serviable et prête à écouter les problèmes des autres.
Είναι πάντα βοηθητική και έτοιμη να ακούσει τα προβλήματα των άλλων.



























