le serrurier
serrurier
sɛʁyʁje
seryrye

Ορισμός και σημασία του "serrurier"στα γαλλικά

01

κλειδαράς

personne  qui fabrique , répare ou installe des serrures et systèmes de sécurité 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
serruriers
αρσενικό ενικό
serrurier
θηλυκό ενικό
serrurière
neutral form
artisan en serrurerie
Παραδείγματα
J'ai appelé une serrurière pour ouvrir ma porte. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store