la serrure
Pronunciation
/seʀyʀ/

Ορισμός και σημασία του "serrure"στα γαλλικά

01

κλειδαριά, κλείδωμα

mécanisme de fermeture d'une porte ou d'un coffre
la serrure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
serrures
Παραδείγματα
La serrure électronique s' ouvre avec un code.
Η ηλεκτρονική κλειδαριά ανοίγει με κωδικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store