Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La serrure
01
κλειδαριά, κλείδωμα
mécanisme de fermeture d'une porte ou d'un coffre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
serrures
Παραδείγματα
La serrure électronique s' ouvre avec un code.
Η ηλεκτρονική κλειδαριά ανοίγει με κωδικό.



























