sentimental
sentimental
sɑ̃timɑ̃tal
saatimaatal

Ορισμός και σημασία του "sentimental"στα γαλλικά

sentimental
01

συναισθηματικός, ευαίσθητος

qui exprime ou est guidé par les sentiments et les émotions 
sentimental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sentimental
συγκριτικός βαθμός
plus sentimental
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sentimental
αρσενικό πληθυντικό
sentimentaux
θηλυκό ενικό
sentimentale
θηλυκό πληθυντικό
sentimentales
θεματικό πεδίο
émotion, comportement, personnalité
Παραδείγματα
Elle est très sentimentale et pleure facilement devant les films. 

Είναι πολύ συναισθηματική και κλαίει εύκολα μπροστά στις ταινίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sentimental
sentiment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store