Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sentiment
01
συναίσθημα, συγκίνηση
émotion ou impression ressentie par une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sentiments
Παραδείγματα
Elle éprouve un sentiment de joie en voyant ses enfants
Αισθάνεται ένα συναίσθημα χαράς βλέποντας τα παιδιά της.



























