le sentiment
sentiment
sɑ̃timɑ̃
saatimaa
sensément

Ορισμός και σημασία του "sentiment"στα γαλλικά

01

συναίσθημα, συγκίνηση

émotion ou impression ressentie par une personne 
le sentiment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sentiments
Παραδείγματα
Elle éprouve un sentiment de joie en voyant ses enfants 

Αισθάνεται ένα συναίσθημα χαράς βλέποντας τα παιδιά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store