Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sensible
01
ευαίσθητος, ευπαθής
qui réagit facilement aux émotions ou aux sensations, souvent avec douceur et empathie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sensible
συγκριτικός βαθμός
plus sensible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sensible
αρσενικό πληθυντικό
sensibles
θηλυκό ενικό
sensible
θηλυκό πληθυντικό
sensibles
Παραδείγματα
Il est très sensible aux critiques.
Είναι πολύ ευαίσθητος στις κριτικές.
02
ευάλωτος, εύθραυστος
qui est vulnérable, fragile ou exposé à des risques, notamment dans un contexte social ou économique
Παραδείγματα
Les populations sensibles ont besoin d'une protection particulière.
Οι ευαίσθητοι πληθυσμοί χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία.
Λεξικό Δέντρο
hypersensible
insensible
sensible
sense



























