le sel
sel
sɛl
sel
geltelmielquel

Ορισμός και σημασία του "sel"στα γαλλικά

01

αλάτι, χλωριούχο νάτριο

substance blanche utilisée pour assaisonner les aliments 
le sel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sels
Παραδείγματα
Le sel donne du goût aux plats. 

Το αλάτι δίνει γεύση στα πιάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store