Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seizième
01
δέκατος έκτος, δεκαέξι
qui vient après le quinzième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
seizième
αρσενικό πληθυντικό
seizièmes
θηλυκό ενικό
seizième
θηλυκό πληθυντικό
seizièmes
Παραδείγματα
Mon seizième anniversaire était très spécial.
Τα δέκατα έκτα γενέθλιά μου ήταν πολύ ξεχωριστά.



























