Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La seconde
[gender: feminine]
01
δευτερόλεπτο, δευτερόλεπτο
unité de temps égale à 1/60 d'une minute
Παραδείγματα
Un clignement d' œil dure environ une seconde.
Ένα βλεφάρισμα διαρκεί περίπου ένα δευτερόλεπτο.
02
οικονομική θέση, τουριστική θέση
la classe de voyage économique ou moins chère dans un avion
Παραδείγματα
Le service en le seconde était excellent.
Η εξυπηρέτηση στην οικονομική θέση ήταν εξαιρετική.
03
πρώτη λυκείου, δέκατη τάξη
première année du lycée en France (équivalent à la 10ème année scolaire)
Παραδείγματα
En France, la seconde est la première classe du lycée.
Στη Γαλλία, η seconde είναι η πρώτη τάξη του λυκείου.



























