Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La scène
01
σκηνή, ατμόσφαιρα
ambiance ou décor d'un lieu
Παραδείγματα
La scène du village est très pittoresque.
Η σκηνή του χωριού είναι πολύ γραφική.
02
σκηνή, πράξη
partie d'une pièce, d'un film ou d'un spectacle
Παραδείγματα
La scène finale du film est très émouvante.
Η τελευταία σκηνή της ταινίας είναι πολύ συγκινητική.
03
σκηνή, τόπος
lieu où une action ou un événement a lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
scènes
Παραδείγματα
La police est arrivée sur la scène du crime.
Η αστυνομία έφτασε στη σκηνή του εγκλήματος.



























