Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sauvegarder
01
προστατεύω, διαφυλάσσω
faire en sorte de préserver ou de défendre quelque chose d'important ou de précieux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sauvegarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sauvegardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sauvegarderai
ενεστώτα μετοχή
sauvegardant
παθητική μετοχή
sauvegardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sauvegardions
Παραδείγματα
Il est important de sauvegarder l' environnement pour les générations futures.
Είναι σημαντικό να προστατεύουμε το περιβάλλον για τις μελλοντικές γενιές.
Λεξικό Δέντρο
sauvegarder
sauve
garder



























