salé
Pronunciation
/sale/

Ορισμός και σημασία του "salé"στα γαλλικά

01

αλμυρός, με αλμυρή γεύση

qui contient du sel ou a un goût de sel
salé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus salé
συγκριτικός βαθμός
plus salé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
salé
αρσενικό πληθυντικό
salés
θηλυκό ενικό
salée
θηλυκό πληθυντικό
salées
Παραδείγματα
Attention, ce plat est déjà bien salé !
Προσοχή, αυτό το πιάτο είναι ήδη αρκετά αλμυρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store