Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La salle de spectacle
[gender: feminine]
01
αίθουσα θεάματος, ακουστήριο
lieu où l'on présente des spectacles, pièces, concerts ou performances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salles de spectacle
Παραδείγματα
La salle de spectacle a été rénovée récemment.
Η αίθουσα παραστάσεων ανακαινίστηκε πρόσφατα.



























