la salière
salière
saljɛ:ʁ
salyer
sablière

Ορισμός και σημασία του "salière"στα γαλλικά

01

αλατιέρα, τραπεζική αλατιέρα

petit récipient, souvent percé de trous sur le dessus, utilisé pour contenir et verser le sel à table 
la salière definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salières
Παραδείγματα
Elle a mis la salière sur la table avant le repas. 

Έβαλε το αλατιέρα στο τραπέζι πριν από το γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store