saisonnier
Pronunciation
/sɛzɔnje/

Ορισμός και σημασία του "saisonnier"στα γαλλικά

saisonnier
01

εποχιακός, προσωρινός

qui dépend des saisons ou qui change avec elles
saisonnier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
saisonnier
αρσενικό πληθυντικό
saisonniers
θηλυκό ενικό
saisonnière
θηλυκό πληθυντικό
saisonnières
Παραδείγματα
Ce restaurant propose des plats saisonniers.
Αυτό το εστιατόριο προσφέρει εποχιακά πιάτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store