le veil
ʁe
re
veil
vɛj
vey

Ορισμός και σημασία του "réveil"στα γαλλικά

01

appareil pour indiquer l'heure et réveiller une personne à un moment précis 

le réveil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réveils
Παραδείγματα
Mon réveil sonne à six heures tous les matins. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store