Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rétrécir
01
συρρικνώνομαι, συστέλλομαι
devenir plus petit, généralement pour un vêtement ou un tissu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rétrécis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rétrécissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rétrécirai
ενεστώτα μετοχή
rétrécissant
παθητική μετοχή
rétréci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rétrécissions
Παραδείγματα
Mon pull a rétréci après le lavage.
Το πουλόβερ μου συρρικνώθηκε μετά το πλύσιμο.



























