trécir
ʁe
re
tré
tʁe
tre
cir
siʁ
sir

Ορισμός και σημασία του "rétrécir"στα γαλλικά

rétrécir
01

συρρικνώνομαι, συστέλλομαι

devenir plus petit, généralement pour un vêtement ou un tissu 
rétrécir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rétrécis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rétrécissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rétrécirai
ενεστώτα μετοχή
rétrécissant
παθητική μετοχή
rétréci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rétrécissions
Παραδείγματα
Mon pull a rétréci après le lavage. 

Το πουλόβερ μου συρρικνώθηκε μετά το πλύσιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store