Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réticent
01
απρόθυμος, διστακτικός
qui hésite ou qui montre de la réserve, qui ne parle ou n'agit pas facilement
Παραδείγματα
Je suis réticent à prendre une décision précipitée.
Είμαι διστακτικός να πάρω μια βιαστική απόφαση.
02
διστακτικός, απρόθυμος
qui hésite ou doute avant d'agir ou de prendre une décision
Παραδείγματα
Je suis réticent à faire ce choix sans réfléchir.
Είμαι διστακτικός να κάνω αυτή την επιλογή χωρίς να σκεφτώ.



























