Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La réticence
01
απροθυμία, δισταγμός
hésitation ou manque de volonté à faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a montré une grande réticence à accepter l'offre.
Έδειξε μεγάλη διστακτικότητα να δεχτεί την προσφορά.



























