Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le résultat
01
αποτέλεσμα, εκβαση
ce qui est obtenu après une action, un travail ou un examen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
résultats
Παραδείγματα
Le résultat de l'examen est très bon.
Το αποτέλεσμα της εξέτασης είναι πολύ καλό.
02
καθαρό κέρδος, καθαρό εισόδημα
bénéfice net obtenu après déduction des charges et des coûts
Παραδείγματα
L'entreprise a réalisé un résultat positif cette année.
Η εταιρεία πέτυχε ένα θετικό αποτέλεσμα φέτος.



























