Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
résigner
01
παραιτούμαι, αποδέχομαι με παθητικότητα
accepter une situation, souvent avec passivité ou sans opposition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résignerai
ενεστώτα μετοχή
résignant
παθητική μετοχή
résigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résignions
Παραδείγματα
Malgré la déception, elle a résigné à la situation.
Παρά την απογοήτευση, παραιτήθηκε από την κατάσταση.



























