résigner
résigner
ʁeziɲe
rezinie
résonnerrésilierrésinierrépugner

Ορισμός και σημασία του "résigner"στα γαλλικά

résigner
01

παραιτούμαι, αποδέχομαι με παθητικότητα

accepter une situation, souvent avec passivité ou sans opposition 
résigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résignerai
ενεστώτα μετοχή
résignant
παθητική μετοχή
résigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résignions
Παραδείγματα
Il a résigné à son sort sans protester. 

Παραιτήθηκε από τη μοίρα του χωρίς διαμαρτυρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store