le sident
ʁe
ρε
si
zi
ζι
dent
dɑ̃
ντα
résidant

Ορισμός και σημασία του "résident"στα γαλλικά

01

κάτοικος, επίσημος κάτοικος

personne qui habite dans un lieu, souvent de façon permanente 
le résident definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
résidents
αρσενικό ενικό
résident
θηλυκό ενικό
résidente
neutral form
habitant
Παραδείγματα
Le résident de cet appartement est très sympathique. 

Ο κάτοικος αυτού του διαμερίσματος είναι πολύ συμπαθητικός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store