Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le résident
01
κάτοικος, επίσημος κάτοικος
personne qui habite dans un lieu, souvent de façon permanente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
résidents
Παραδείγματα
Il est résident ici depuis cinq ans.
Κάτοικος εδώ εδώ και πέντε χρόνια.



























