Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la résidence secondaire
/ʀezidɑ̃s s(ə)gɔ̃dɛʀ/
La résidence secondaire
01
σπίτι διακοπών, δεύτερη κατοικία
logement que l'on possède en plus de son habitation principale, souvent utilisé pour les vacances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
résidences secondaires
Παραδείγματα
La résidence secondaire est située dans un village de montagne.
Η δευτερεύουσα κατοικία βρίσκεται σε ένα ορεινό χωριό.



























