la résidence
résidence
ʁezidɑ̃s
rezidaas

Ορισμός και σημασία του "résidence"στα γαλλικά

01

κατοικία, κατοικητήριο

lieu où une personne habite de façon permanente ou temporaire 
la résidence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
résidences
Παραδείγματα
Il habite dans une résidence moderne près du centre-ville. 

Ζει σε μια μοντέρνα κατοικία κοντά στο κέντρο της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store