Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La résidence
01
κατοικία, κατοικητήριο
lieu où une personne habite de façon permanente ou temporaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
résidences
Παραδείγματα
La résidence principale de cette famille se trouve à Paris.
Η κατοικία της οικογένειας αυτής βρίσκεται στο Παρίσι.



























