Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le réseau social
[gender: masculine]
01
κοινωνικό δίκτυο, κοινωνική πλατφόρμα
plateforme en ligne qui permet aux utilisateurs de communiquer, partager des informations et se connecter entre eux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réseaux sociaux
Παραδείγματα
Ce réseau social permet de partager des photos et des vidéos.
Κοινωνικό δίκτυο επιτρέπει την κοινή χρήση φωτογραφιών και βίντεο.



























