Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La répétition
01
επανάληψη, επαναλαμβανόμενο
action de dire, de faire ou de produire quelque chose plusieurs fois
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
répétitions
Παραδείγματα
La répétition d' un exercice aide à progresser.
Η επανάληψη μιας άσκησης βοηθά στην πρόοδο.
02
διάβασμα, επανάληψη
action de répéter une pièce, un texte, une œuvre musicale avant une représentation
Παραδείγματα
J' ai assisté à la répétition de l' orchestre.
Παρακολούθησα την πρόβα της ορχήστρας.
03
επανάληψη, επαναλαμβανόμενο
fait qu'un élément, un motif ou un événement se reproduit ou se retrouve dans un autre contexte
Παραδείγματα
La répétition des gestes dans la cérémonie a un effet symbolique.
Η επανάληψη των χειρονομιών στην τελετή έχει συμβολικό αποτέλεσμα.



























