Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La réparation
01
επισκευή, αποκατάσταση
processus par lequel on répare quelque chose pour qu'il fonctionne à nouveau correctement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
réparations
Παραδείγματα
La réparation de la voiture a pris trois jours.
Η επισκευή του αυτοκινήτου διήρκησε τρεις ημέρες.
02
αποζημίωση, αποκατάσταση
indemnisation donnée à une personne pour réparer un dommage moral ou matériel
Παραδείγματα
La victime a reçu une réparation pour les dégâts causés.
Το θύμα έλαβε αποζημίωση για τις ζημιές που προκλήθηκαν.



























