Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réparateur
01
αποκαταστατικός, θεραπευτικός
qui a la capacité de réparer, restaurer ou soulager
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus réparateur
συγκριτικός βαθμός
plus réparateur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réparateur
αρσενικό πληθυντικό
réparateurs
θηλυκό ενικό
réparatrice
θηλυκό πληθυντικό
réparatrices
θεματικό πεδίο
santé, capacité, fonction
Παραδείγματα
Le sommeil réparateur est essentiel pour la santé.
Ο αποκαταστατικός ύπνος είναι απαραίτητος για την υγεία.
Le réparateur
01
επισκευαστής, τεχνικός επισκευών
personne dont le métier est de réparer des objets ou appareils
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réparateurs
αρσενικό ενικό
réparateur
θηλυκό ενικό
réparatrice
neutral form
technicien de maintenance
Παραδείγματα
Le réparateur a fixé mon téléphone en une heure.
Ο επισκευαστής επισκεύασε το τηλέφωνό μου σε μία ώρα.
LanGeek



























