réparateur
réparateur
ʁepaʁatœʁ
reparatoer

Ορισμός και σημασία του "réparateur"στα γαλλικά

réparateur
01

αποκαταστατικός, θεραπευτικός

qui a la capacité de réparer, restaurer ou soulager 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus réparateur
συγκριτικός βαθμός
plus réparateur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réparateur
αρσενικό πληθυντικό
réparateurs
θηλυκό ενικό
réparatrice
θηλυκό πληθυντικό
réparatrices
Παραδείγματα
Le sommeil réparateur est essentiel pour la santé. 

Ο αποκαταστατικός ύπνος είναι απαραίτητος για την υγεία.

Le réparateur
01

επισκευαστής, τεχνικός επισκευών

personne dont le métier est de réparer des objets ou appareils 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réparateurs
Παραδείγματα
Le réparateur a fixé mon téléphone en une heure. 

Ο επισκευαστής επισκεύασε το τηλέφωνό μου σε μία ώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store