réparateur
Pronunciation
/ʀepaʀatœʀ/

Ορισμός και σημασία του "réparateur"στα γαλλικά

réparateur
01

αποκαταστατικός, θεραπευτικός

qui a la capacité de réparer, restaurer ou soulager
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus réparateur
συγκριτικός βαθμός
plus réparateur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réparateur
αρσενικό πληθυντικό
réparateurs
θηλυκό ενικό
réparatrice
θηλυκό πληθυντικό
réparatrices
Παραδείγματα
Un sourire peut avoir un effet réparateur.
Ένα χαμόγελο μπορεί να έχει θεραπευτική επίδραση.
Le réparateur
01

επισκευαστής, τεχνικός επισκευών

personne dont le métier est de réparer des objets ou appareils
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réparateurs
Παραδείγματα
Elle est devenue réparatrice de vélos par passion.
Έγινε επισκευάστρια ποδηλάτων από πάθος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store