Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réjouir
01
χαίρομαι, είμαι ευτυχισμένος
ressentir de la joie ou être content
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
réjouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réjouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réjouirai
ενεστώτα μετοχή
réjouissant
παθητική μετοχή
réjoui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réjouissions
Παραδείγματα
Je me réjouis de participer à ce projet.
Χαίρομαι που συμμετέχω σε αυτό το έργο.



























