Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réjouir
01
χαίρομαι, είμαι ευτυχισμένος
ressentir de la joie ou être content
Παραδείγματα
Je me réjouis de participer à ce projet.
Χαίρομαι που συμμετέχω σε αυτό το έργο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χαίρομαι, είμαι ευτυχισμένος