réjouir
réj
ʁeʒ
rezh
ouir
wɪʁ
vir

Ορισμός και σημασία του "réjouir"στα γαλλικά

réjouir
01

χαίρομαι, είμαι ευτυχισμένος

ressentir de la joie ou être content 
réjouir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
réjouis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réjouissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réjouirai
ενεστώτα μετοχή
réjouissant
παθητική μετοχή
réjoui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réjouissions
Παραδείγματα
Elle se réjouit de recevoir de bonnes nouvelles. 

Αυτή χαίρεται να λαμβάνει καλά νέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store