Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régir
01
διοικώ, διαχειρίζομαι
diriger, organiser ou contrôler le fonctionnement de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
régis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régirai
παθητική μετοχή
régi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réglions
Παραδείγματα
Les règles régissent le déroulement des compétitions sportives.
Οι κανόνες ρυθμίζουν τη διεξαγωγή των αθλητικών διαγωνισμών.
02
ρυθμίζω, κυβερνώ
déterminer, encadrer ou contrôler selon une loi, une règle ou un principe
Παραδείγματα
Les principes éthiques régissent les décisions de l' entreprise.
Οι ηθικές αρχές ρυθμίζουν τις αποφάσεις της εταιρείας.



























