Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régir
01
διοικώ, διαχειρίζομαι
diriger, organiser ou contrôler le fonctionnement de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
régis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régirai
παθητική μετοχή
régi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réglions
Παραδείγματα
La constitution régit le fonctionnement du pays.
Το σύνταγμα ρυθμίζει τη λειτουργία της χώρας.
02
ρυθμίζω, κυβερνώ
déterminer, encadrer ou contrôler selon une loi, une règle ou un principe
Παραδείγματα
La loi régit le comportement des citoyens.
Ο νόμος ρυθμίζει τη συμπεριφορά των πολιτών.



























