gir
ʁe
re
gir
ʒiʁ
zhir
réagirrugir

Ορισμός και σημασία του "régir"στα γαλλικά

régir
01

διοικώ, διαχειρίζομαι

diriger, organiser ou contrôler le fonctionnement de quelque chose 
régir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
régis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régirai
παθητική μετοχή
régi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réglions
Παραδείγματα
La constitution régit le fonctionnement du pays. 

Το σύνταγμα ρυθμίζει τη λειτουργία της χώρας.

02

ρυθμίζω, κυβερνώ

déterminer, encadrer ou contrôler selon une loi, une règle ou un principe 
Παραδείγματα
La loi régit le comportement des citoyens. 

Ο νόμος ρυθμίζει τη συμπεριφορά των πολιτών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store