Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le réfugié
01
πρόσφυγας, ασυνήθιστος
personne qui a fui son pays à cause de la guerre, de persécutions ou de dangers graves, et qui cherche protection dans un autre pays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réfugiés
Παραδείγματα
Ils ont écouté le témoignage émouvant d' un réfugié syrien.



























