Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
récompenser
01
ανταμείβω, επιβραβεύω
donner une récompense ou honorer quelqu'un pour un mérite ou un succès
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
récompense
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
récompensons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
récompenserai
ενεστώτα μετοχή
récompensant
παθητική μετοχή
récompensé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
récompensions
Παραδείγματα
L'école récompense les élèves les plus studieux.
Το σχολείο ανταμείβει τους πιο επιμελείς μαθητές.



























