compenser
ʁe
ρε
com
kɔ̃
κο
pen
pɑ̃
πα
ser
se
σε

Ορισμός και σημασία του "récompenser"στα γαλλικά

récompenser
01

ανταμείβω, επιβραβεύω

donner une récompense ou honorer quelqu'un pour un mérite ou un succès 
récompenser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
récompense
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
récompensons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
récompenserai
ενεστώτα μετοχή
récompensant
παθητική μετοχή
récompensé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
récompensions
Παραδείγματα
L'école récompense les élèves les plus studieux. 

Το σχολείο ανταμείβει τους πιο επιμελείς μαθητές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store