réclamer
réc
ʁek
rek
la
laa
mer
me
me

Ορισμός και σημασία του "réclamer"στα γαλλικά

réclamer
01

απαιτώ, ζητώ

demander quelque chose de façon formelle ou insistante 
réclamer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réclame
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réclamons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réclamerai
ενεστώτα μετοχή
réclamant
παθητική μετοχή
réclamé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réclamions
Παραδείγματα
Il réclame toujours ce qui lui appartient. 

Πάντα απαιτεί αυτό που του ανήκει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store