Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réclamer
01
απαιτώ, ζητώ
demander quelque chose de façon formelle ou insistante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réclame
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réclamons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réclamerai
ενεστώτα μετοχή
réclamant
παθητική μετοχή
réclamé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réclamions
Παραδείγματα
Les clients ont réclamé la réparation immédiate du produit.
Οι πελάτες απαίτησαν την άμεση επισκευή του προϊόντος.



























