Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La règle
01
κανόνας, κανονισμός
une loi ou une instruction à suivre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
règles
Παραδείγματα
Il a enfreint la règle sans le savoir.
Παραβίασε τον κανόνα χωρίς να το ξέρει.
02
χάρακας, κανόνας
outil long et plat pour mesurer ou tracer des lignes droites
Παραδείγματα
La règle est sur la table.
Ο χάρακας είναι στο τραπέζι.
03
περίοδος, εμμηνόρροια
saignement mensuel chez la femme
Παραδείγματα
Elle utilise des protections pendant la règle.
Χρησιμοποιεί προστατευτικά μέσα κατά τη διάρκεια της περιόδου.



























