la règle
règle
ʁaɛ̯gl
raegl
règne

Ορισμός και σημασία του "règle"στα γαλλικά

01

κανόνας, κανονισμός

une loi ou une instruction à suivre 
la règle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
règles
Παραδείγματα
Il faut suivre la règle dans le jeu. 

Πρέπει να ακολουθείς τον κανόνα στο παιχνίδι.

02

χάρακας, κανόνας

outil long et plat pour mesurer ou tracer des lignes droites 
la règle definition and meaning
Παραδείγματα
J'utilise une règle pour dessiner. 

Χρησιμοποιώ ένα χάρακα για να ζωγραφίσω.

03

περίοδος, εμμηνόρροια

saignement mensuel chez la femme 
Παραδείγματα
Elle a eu la règle hier. 

Είχε την περίοδο χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store