Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
râleur
01
γκρινιάρης, μεμψίμοιρος
qui se plaint ou grogne souvent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus râleur
συγκριτικός βαθμός
plus râleur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
râleur
αρσενικό πληθυντικό
râleurs
θηλυκό ενικό
râleuse
θηλυκό πληθυντικό
râleuses
Παραδείγματα
Il est très râleur quand il est fatigué.
Είναι πολύ γκρινιάρης όταν είναι κουρασμένος.



























