ler
ʁɑ
raa
ler
le
le
râperrâleur

Ορισμός και σημασία του "râler"στα γαλλικά

râler
01

γκρινιάζω, παραπονιέμαι

se plaindre ou exprimer son mécontentement de manière répétée 
râler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
râle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
râlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
râlerai
ενεστώτα μετοχή
râlant
παθητική μετοχή
râlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
râlions
Παραδείγματα
Il râle toujours quand il doit faire le ménage. 

Πάντα γκρινιάζει όταν πρέπει να κάνει το καθάρισμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store