Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
râler
01
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
se plaindre ou exprimer son mécontentement de manière répétée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
râle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
râlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
râlerai
ενεστώτα μετοχή
râlant
παθητική μετοχή
râlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
râlions
Παραδείγματα
Il râle toujours quand il doit faire le ménage.
Πάντα γκρινιάζει όταν πρέπει να κάνει το καθάρισμα.



























