la rupture
rupture
ʁypt͡ʁ
ρυπτρ

Ορισμός και σημασία του "rupture"στα γαλλικά

01

χωρισμός, διάλυση

fin d'une relation amoureuse ou sociale 
la rupture definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ruptures
Παραδείγματα
Ils ont vécu une rupture difficile après plusieurs années ensemble. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store