Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ruissellement
01
écoulement d'un liquide, surtout de l'eau, sur une surface ou un terrain
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La végétation limite le ruissellement sur les pentes.



























