la ruelle
ruelle
ʁɥɛl
rüel
rouelle

Ορισμός και σημασία του "ruelle"στα γαλλικά

01

σόκακι, στενό δρόμο

petite rue  étroite, généralement peu fréquentée et souvent bordée de maisons ou bâtiments anciens 
la ruelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ruelles
Παραδείγματα
La ruelle derrière la maison est très calme. 

Το σοκάκι πίσω από το σπίτι είναι πολύ ήσυχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store