la rubrique
rub
ʁyb
ryb
rique
ʁɪk
rik
rustique

Ορισμός και σημασία του "rubrique"στα γαλλικά

01

ενότητα, στήλη

partie d'un journal ou d'un site consacrée à un thème précis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rubriques
Παραδείγματα
J'ai lu l'article dans la rubrique internationale. 

Διάβασα το άρθρο στη διεθνή ενότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store