Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rubrique
[gender: feminine]
01
ενότητα, στήλη
partie d'un journal ou d'un site consacrée à un thème précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rubriques
Παραδείγματα
Elle est responsable de la rubrique santé du journal.
Είναι υπεύθυνη για τη στήλη υγείας της εφημερίδας.



























