Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roter
01
ρεύγομαι, αποβάλλω αέρα
expulser de l'air ou des gaz de l'estomac par la bouche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
roterai
παθητική μετοχή
roté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rotions
Παραδείγματα
Il a dû roter après avoir bu son soda trop rapidement.
Έπρεπε να ρεύγει αφού ήπιε το σόδα του πολύ γρήγορα.



























