le roi
roi
ʁwa
rva
foibahratkoi

Ορισμός και σημασία του "roi"στα γαλλικά

01

βασιλιάς, μονάρχης

le chef d'un royaume ou d'un État monarchique 
le roi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rois
αρσενικό ενικό
roi
θηλυκό ενικό
reine
neutral form
monarque
Παραδείγματα
Le roi a assisté à la cérémonie officielle. 

Ο βασιλιάς παρευρέθηκε στην επίσημη τελετή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store